Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Forbidden fruit
01
απαγορευμένος καρπός, απαγορευμένη απόλαυση
a pleasure or enjoyment that is enticing yet regarded as illicit, especially sexual indulgence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
forbidden fruits
LanGeek



























