forbidden fruit
for
φα
bi
ˈbɪ
μπι
dden
dən
νταν
fruit
fru:t
φρουτ
/fəbˈɪdən fɹˈuːt/

Ορισμός και σημασία του "forbidden fruit"στα αγγλικά

Forbidden fruit
01

απαγορευμένος καρπός, απαγορευμένη απόλαυση

a pleasure or enjoyment that is enticing yet regarded as illicit, especially sexual indulgence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
forbidden fruits
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store