Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Forbearance
01
ανεκτικότητα, αποχή
the act of not enforcing a legal right
Παραδείγματα
The bank showed forbearance by not foreclosing on the home despite missed payments.
Η τράπεζα έδειξε επιείκεια μη δίνοντας σε δημοπρασία το σπίτι παρά τις χαμένες πληρωμές.
02
υπομονή, ανοχή
the ability to show patience toward someone that has done something wrong
Παραδείγματα
His forbearance toward his colleague's mistakes made him a valued team member.
Η ανεκτικότητά του απέναντι στα λάθη του συναδέλφου του τον έκανε πολύτιμο μέλος της ομάδας.
Λεξικό Δέντρο
forbearance
forbear



























