forbearance
for
fɔ:
faw
bea
ˈbeə
be
rance
rəns
rēns
aberranceclarenceterence

Ορισμός και σημασία του "forbearance"στα αγγλικά

01

ανεκτικότητα, αποχή

the act of not enforcing a legal right 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The judge granted forbearance to the defendant, postponing the trial for another six months. 

Ο δικαστής παραχώρησε επιείκεια στον κατηγορούμενο, αναβάλλοντας τη δίκη για άλλα έξι μήνες.

02

υπομονή, ανοχή

the ability to show patience toward someone that has done something wrong 
Παραδείγματα
She showed great forbearance when her friend apologized for the hurtful comments. 

Έδειξε μεγάλη υπομονή όταν η φίλη της ζήτησε συγγνώμη για τα πληγωτικά σχόλια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store