foray
fo
ˈfɒ
φο
ray
reɪ
ρει
forty

Ορισμός και σημασία του "foray"στα αγγλικά

01

επιδρομή, αιφνίδια επίθεση

a sudden short attack 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
forays
02

επιδρομή, απόπειρα

an initial attempt (especially outside your usual areas of competence) 
03

διαιρετός, μοιραστός

can be divided usually without leaving a remainder 
to foray
01

κάνω επιδρομή, πραγματοποιώ έφοδο

to engage in a sudden and brief attack on enemy territory 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
foray
γ΄ ενικό πρόσωπο
forays
ενεστώτα μετοχή
foraying
απλός αόριστος
forayed
παθητική μετοχή
forayed
02

λεηλατώ, κλέβω

steal goods; take as spoils 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store