Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Foray
01
επιδρομή, αιφνίδια επίθεση
a sudden short attack
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
forays
02
επιδρομή, απόπειρα
an initial attempt (especially outside your usual areas of competence)
03
διαιρετός, μοιραστός
can be divided usually without leaving a remainder
to foray
01
κάνω επιδρομή, πραγματοποιώ έφοδο
to engage in a sudden and brief attack on enemy territory
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
foray
γ΄ ενικό πρόσωπο
forays
ενεστώτα μετοχή
foraying
απλός αόριστος
forayed
παθητική μετοχή
forayed
02
λεηλατώ, κλέβω
steal goods; take as spoils



























