footwear
foot
ˈfʊt
φουτ
wear
wɛə
ουεα
forswearfootgear

Ορισμός και σημασία του "footwear"στα αγγλικά

01

υποδήματα

things worn on the feet, such as shoes, boots, etc. 
footwear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The store had a wide selection of footwear, ranging from athletic sneakers to elegant heels. 

Το κατάστημα είχε μια μεγάλη ποικιλία από παπούτσια, από αθλητικά παπούτσια μέχρι κομψά τακούνια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

footwear

foot

+

wear

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store