to fondle
fondle
fɒndl
fondl
fondue

Ορισμός και σημασία του "fondle"στα αγγλικά

to fondle
01

χαϊδεύω, αγγίζω τρυφερά

to touch or handle tenderly and affectionately 
Transitive: to fondle sth
to fondle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fondle
γ΄ ενικό πρόσωπο
fondles
ενεστώτα μετοχή
fondling
απλός αόριστος
fondled
παθητική μετοχή
fondled
Παραδείγματα
The couple walked hand in hand, occasionally fondling each other's fingers. 

Το ζευγάρι περπατούσε χέρι-χέρι, περιστασιακά χαϊδεύοντας τα δάχτυλα του άλλου.

Λεξικό Δέντρο

fondler
fondling
fondle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store