Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fondle
01
χαϊδεύω, αγγίζω τρυφερά
to touch or handle tenderly and affectionately
Transitive: to fondle sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fondle
γ΄ ενικό πρόσωπο
fondles
ενεστώτα μετοχή
fondling
απλός αόριστος
fondled
παθητική μετοχή
fondled
Παραδείγματα
The grandmother fondled the soft fabric of the baby's blanket.
Η γιαγιά χάιδεψε το μαλακό ύφασμα της κουβέρτας του μωρού.



























