folly
fo
ˈfɒ
fo
lly
li
li
fullyfillyfoullyfelly

Ορισμός και σημασία του "folly"στα αγγλικά

01

ανοησία, απερισκεψία

the quality of behaving in a foolish or reckless manner, often without considering the consequences 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
It was folly to invest all his savings in a risky business venture. 

Ήταν τρέλα να επενδύσει όλες τις οικονομίες του σε μια επικίνδυνη επιχειρηματική επιχείρηση.

02

βλακεία, βλάκας λάθος

a stupid mistake 
03

ανοησία, τρέλα

foolish or senseless behavior 
04

ανοησία, απερισκεψία

the quality of being rash and foolish 
05

τρελάρα, διακοσμητικό κτίσμα

a decorative building of no practical use that was built in the past, often in a large garden belonging to a country house 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store