Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to abominate
01
αποστρέφομαι, μισώ έντονα
to hate something or someone intensely
Transitive: to abominate a behavior or tendency
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
abominate
γ΄ ενικό πρόσωπο
abominates
ενεστώτα μετοχή
abominating
απλός αόριστος
abominated
παθητική μετοχή
abominated
Παραδείγματα
She abominates cruelty to animals and supports organizations that work to protect them.
Αυτή αποστρέφεται τη σκληρότητα προς τα ζώα και υποστηρίζει οργανώσεις που εργάζονται για την προστασία τους.
Λεξικό Δέντρο
abomination
abominator
abominate
abomin



























