foldable
fol
ˈfəʊl
fewl
da
ble
bəl
bēl
fordable

Ορισμός και σημασία του "foldable"στα αγγλικά

01

πτυσσόμενος, καμπτός

easily bent or creased to reduce its size or change its shape, typically for the purpose of storage or transportation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most foldable
συγκριτικός βαθμός
more foldable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The foldable chair collapses into a compact size for easy storage in small spaces. 

Η πτυσσόμενη καρέκλα διπλώνεται σε ένα συμπαγές μέγεθος για εύκολη αποθήκευση σε μικρούς χώρους.

01

πτυσσόμενο, διπλωμένο

an item or product that is designed to be easily folded for convenience and portability 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
foldables
Παραδείγματα
The foldable was perfect for outdoor events, as it could be set up and taken down quickly. 

Το πτυσσόμενο ήταν ιδανικό για εκδηλώσεις σε εξωτερικούς χώρους, καθώς μπορούσε να στηθεί και να αποσυναρμολογηθεί γρήγορα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store