focused
fo
ˈfəʊ
few
cused
kəst
kēst
locust
focussed

Ορισμός και σημασία του "focused"στα αγγλικά

01

συγκεντρωμένος, επικεντρωμένος

paying close attention and concentrating on a specific goal, activity, or task 
focused definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most focused
συγκριτικός βαθμός
more focused
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite the distractions, she remained focused on her studies. 

Παρά τις περισπασμούς, παρέμεινε συγκεντρωμένη στις σπουδές της.

02

σαφής, ακριβής

producing a very clear sound or image 
03

επικεντρωμένος, συγκεντρωμένος

(of light rays) converging on a point 

Λεξικό Δέντρο

unfocused
focused
focus
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store