Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
focused
01
συγκεντρωμένος, επικεντρωμένος
paying close attention and concentrating on a specific goal, activity, or task
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most focused
συγκριτικός βαθμός
more focused
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite the distractions, she remained focused on her studies.
Παρά τις περισπασμούς, παρέμεινε συγκεντρωμένη στις σπουδές της.
02
σαφής, ακριβής
producing a very clear sound or image
03
επικεντρωμένος, συγκεντρωμένος
(of light rays) converging on a point
Λεξικό Δέντρο
unfocused
focused
focus



























