Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ancestor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ancestors
Παραδείγματα
She discovered that one of her ancestors had fought in the Civil War.
Ανακάλυψε ότι ένας από τους προγόνους της είχε πολεμήσει στον Εμφύλιο Πόλεμο.
02
πρόγονος, προκάτοχος
an earlier form, source, or related type from which something developed
Παραδείγματα
The modern smartphone has several technological ancestors.



























