flustered
flus
ˈflʌs
flas
tered
təd
tēd
clusteredcustardbustardmustard

Ορισμός και σημασία του "flustered"στα αγγλικά

01

σαστισμένος, αναστατωμένος

feeling confused, bothered, or overwhelmed, resulting in a loss of calmness or clear thinking 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flustered
συγκριτικός βαθμός
more flustered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Stage fright left the singer flustered as she forgot some of the lyrics during her performance. 

Ο φόβος της σκηνής άφησε τη τραγουδίστρια σαστισμένη όταν ξέχασε μερικούς στίχους κατά τη διάρκεια της παράστασής της.

Λεξικό Δέντρο

unflustered
flustered
fluster
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store