Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flustered
01
σαστισμένος, αναστατωμένος
feeling confused, bothered, or overwhelmed, resulting in a loss of calmness or clear thinking
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flustered
συγκριτικός βαθμός
more flustered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Technical difficulties made the presenter flustered, stammering as he tried to troubleshoot on the spot.
Οι τεχνικές δυσκολίες έκαναν τον παρουσιαστή αμήχανο, τραυλίζοντας καθώς προσπαθούσε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα επί τόπου.
Λεξικό Δέντρο
unflustered
flustered
fluster



























