Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fluted
01
μεθυσμένος, μπουκωμένος
(Irish) drunk or intoxicated
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fluted
συγκριτικός βαθμός
more fluted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They were all fluted by midnight.
Ήταν όλοι fluted μέχρι τα μεσάνυχτα.
Λεξικό Δέντρο
fluted
flute



























