Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fluted
01
μεθυσμένος, μπουκωμένος
(Irish) drunk or intoxicated
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fluted
συγκριτικός βαθμός
more fluted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was completely fluted after the party.
Ήταν εντελώς μεθυσμένος μετά το πάρτι.
Λεξικό Δέντρο
fluted
flute



























