anathema
a
ə
α
na
ˈnæ
ναι
the
θɪ
θι
ma
μα

Ορισμός και σημασία του "anathema"στα αγγλικά

01

ανάθεμα, αφορισμός

a formal church curse officially excluding a person from a religious community 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
anathemas
Παραδείγματα
The heretic was declared anathema by the council. 

Ο αιρετικός κηρύχθηκε ανάθεμα από τη σύνοδο.

02

ανάθεμα, βδέλυγμα

something that is gravely hated and disapproved of 
Παραδείγματα
Lying was an anathema to her strict moral code. 

Το ψέμα ήταν ανάθεμα για τον αυστηρό ηθικό της κώδικα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store