Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fluent
01
ευχέρεια, εύγλωττος
able to speak or write clearly and effortlessly
Παραδείγματα
Her fluent responses impressed the interview panel.
Οι εύγλωττες απαντήσεις της εντυπωσίασαν την επιτροπή της συνέντευξης.
02
εύρυθμος, εύκολος
moving or performing an action in a smooth, graceful, and effortless manner
Παραδείγματα
Her fluent dance moves captivated the audience.
Οι ρευστές χορευτικές της κινήσεις γοήτευσαν το κοινό.
03
εύγλωττος, κατακτημένος
having proficiency in speaking or writing a foreign language without difficulty
Παραδείγματα
Being fluent in German helped him get a job abroad.
Το να είναι εύγλωττος στα γερμανικά τον βοήθησε να βρει δουλειά στο εξωτερικό.
04
ευχέρεια, εύγλωττος
(of a foreign language speech) smooth, accurate, and natural-sounding
Παραδείγματα
I was surprised by her fluent Korean given her short study time.
Εκπλήχτηκα από τα ευχάριστα κορεατικά της δεδομένου του σύντομου χρόνου σπουδών της.
05
ρευστός, εύρυθμος
capable of flowing freely and smoothly
Παραδείγματα
The fluent oil poured easily into the engine.
Το ρευστό λάδι χύθηκε εύκολα στον κινητήρα.
Λεξικό Δέντρο
fluently
influent
fluent



























