flowerpot
flower
ˈflaʊə
flawe
pot
pɒt
pot

Ορισμός και σημασία του "flowerpot"στα αγγλικά

01

γλάστρα, δοχείο φυτών

a container, made of plastic or clay, in which one can grow a wide variety of plants 
flowerpot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flowerpots
Παραδείγματα
She placed the new flowers in a colorful flowerpot on the windowsill. 

Τοποθέτησε τα νέα λουλούδια σε ένα πολύχρωμο γλάστρο στο περβάζι του παραθύρου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store