flowered
Pronunciation
/ˈfɫaʊɝd/

Ορισμός και σημασία του "flowered"στα αγγλικά

01

ανθισμένος, διακοσμημένος με μοτίβο λουλουδιών

decorated with a pattern of flowers
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flowered
συγκριτικός βαθμός
more flowered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He admired the flowered pottery displayed in the shop.
Θαύμασε την ανθισμένη κεραμική που εκτίθεται στο μαγαζί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store