flowered
flowered
'flaʊəd
flawed
empoweredpoweredscouredsoured

Ορισμός και σημασία του "flowered"στα αγγλικά

01

ανθισμένος, διακοσμημένος με μοτίβο λουλουδιών

decorated with a pattern of flowers 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flowered
συγκριτικός βαθμός
more flowered
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
design, decoration, textiles
Παραδείγματα
The flowered wallpaper added a cheerful touch to the room. 

Το ανθισμένο ταπετσάρι πρόσθεσε μια χαρούμενη νότα στο δωμάτιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

flowered
flower
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store