Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
floury
01
αλευρώδης, σπονδυλωτός
resembling or containing flour, often being dry, powdery, or soft
Παραδείγματα
The snowy landscape looked floury, with a pristine layer covering the ground.
Το χιονισμένο τοπίο φαινόταν αλευρώδες, με μια παρθένα στρώση να καλύπτει το έδαφος.
Λεξικό Δέντρο
floury
flour



























