floatplane
float
ˈfloʊt
flowt
plane
pleɪn
plein
/flˈəʊtpleɪn/

Ορισμός και σημασία του "floatplane"στα αγγλικά

01

υδροπλάνο εξοπλισμένο με πλωτήρες για προσγείωση ή απογείωση από νερό, υδροπλάνο

a seaplane equipped with pontoons for landing or taking off from water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
floatplanes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store