Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Floatplane
01
υδροπλάνο εξοπλισμένο με πλωτήρες για προσγείωση ή απογείωση από νερό, υδροπλάνο
a seaplane equipped with pontoons for landing or taking off from water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
floatplanes
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
floatplane
float
plane



























