Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flit
01
πετώ ελαφρά, κινούμαι αβίαστα
to move quickly and lightly from somewhere or something to another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
flit
γ΄ ενικό πρόσωπο
flits
ενεστώτα μετοχή
flitting
απλός αόριστος
flitted
παθητική μετοχή
flitted
Παραδείγματα
Thoughts flit through his mind as he tries to come up with a solution to the problem at hand.
Σκέψεις πετούν στο μυαλό του καθώς προσπαθεί να βρει μια λύση στο πρόβλημα.
Flit
01
μια ξαφνική κίνηση, μια γρήγορη κίνηση
a sudden, rapid, or light movement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flits
Παραδείγματα
The dancer 's flit across the stage was graceful and swift.
Η πετάρισμα του χορευτή στη σκηνή ήταν χαριτωμένο και γρήγορο.
02
μια κρυφή διαφυγή, μια λαθραία φυγή
an act of moving secretly or stealthily, especially to evade obligations
Παραδείγματα
News of his flit caused panic among those owed money.
Η είδηση της φυγής του προκάλεσε πανικό μεταξύ εκείνων που τους χρωστούσε χρήματα.
03
πουστης, αδερφή
a gay man
offensive
slang
Παραδείγματα
She whispered to the flit and smiled.
Ψιθύρισε στον φλιτ και χαμογέλασε.



























