Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flit
01
πετώ ελαφρά, κινούμαι αβίαστα
to move quickly and lightly from somewhere or something to another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
flit
γ΄ ενικό πρόσωπο
flits
ενεστώτα μετοχή
flitting
απλός αόριστος
flitted
παθητική μετοχή
flitted
Παραδείγματα
Butterflies flit gracefully from flower to flower in the garden.
Οι πεταλούδες πετούν κομψά από λουλούδι σε λουλούδι στον κήπο.
Flit
01
μια ξαφνική κίνηση, μια γρήγορη κίνηση
a sudden, rapid, or light movement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flits
Παραδείγματα
A flit of a bird startled the cat.
Μια αιφνίδια κίνηση ενός πουλιού τρόμαξε τη γάτα.
02
μια κρυφή διαφυγή, μια λαθραία φυγή
an act of moving secretly or stealthily, especially to evade obligations
Παραδείγματα
The debtor made a quiet flit to avoid creditors.
Ο οφειλέτης έκανε μια ήσυχη φυγή για να αποφύγει τους πιστωτές.
03
πουστης, αδερφή
a gay man
προσβλητικό
αργκό
Παραδείγματα
The flit danced across the room, laughing loudly.
Ο πουστης χόρεψε στο δωμάτιο, γελώντας δυνατά.



























