Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flirt with
[phrase form: flirt]
01
φλερτάρω με, σκέφτομαι προς στιγμήν
to briefly consider or show a passing interest in an idea or concept
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
flirt
ενεστώτας
flirt with
γ΄ ενικό πρόσωπο
flirts with
ενεστώτα μετοχή
flirting with
απλός αόριστος
flirted with
παθητική μετοχή
flirted with
Παραδείγματα
The company flirted with the idea of a rebrand but decided to maintain its current image.
Η εταιρεία φλερτάρισε με την ιδέα ενός rebranding αλλά αποφάσισε να διατηρήσει την τρέχουσα εικόνα της.
02
φλερτάρω με, παίζω με τη φωτιά
to intentionally put oneself in danger, without worrying about possible consequences
Παραδείγματα
The rebellious teenager flirted with danger by breaking curfew repeatedly.
Ο επαναστατημένος έφηβος φλερτάρισε με τον κίνδυνο παραβιάζοντας επανειλημμένα την απαγόρευση κυκλοφορίας.



























