to flirt with
flirt
flɜ:t
flēt
with
wɪð
vidh

Ορισμός και σημασία του "flirt with"στα αγγλικά

to flirt with
01

φλερτάρω με, σκέφτομαι προς στιγμήν

to briefly consider or show a passing interest in an idea or concept 
to flirt with definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
flirt
ενεστώτας
flirt with
γ΄ ενικό πρόσωπο
flirts with
ενεστώτα μετοχή
flirting with
απλός αόριστος
flirted with
παθητική μετοχή
flirted with
Παραδείγματα
He flirted with the idea of starting his own business but ultimately decided against it. 

Φλερτάρισε με την ιδέα να ξεκινήσει τη δική του επιχείρηση αλλά τελικά αποφάσισε να μην το κάνει.

02

φλερτάρω με, παίζω με τη φωτιά

to intentionally put oneself in danger, without worrying about possible consequences 
Παραδείγματα
Some people flirt with danger by skydiving, knowing the risks involved. 

Μερικοί άνθρωποι φλερτάρουν με τον κίνδυνο κάνoντας αλεξιπτωτισμό, γνωρίζοντας τους εμπλεκόμενους κινδύνους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store