flippant
Pronunciation
/ˈfɫɪpənt/

Ορισμός και σημασία του "flippant"στα αγγλικά

01

επιπόλαιος, ασεβής

lacking seriousness and respect on a serious matter in an attempt to appear humorous or clever
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flippant
συγκριτικός βαθμός
more flippant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She avoided serious questions with flippant answers that did n’t address the concerns.
Απέφυγε σοβαρά ερωτήματα με επιπόλαιες απαντήσεις που δεν αντιμετώπιζαν τις ανησυχίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store