Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flippant
01
επιπόλαιος, ασεβής
lacking seriousness and respect on a serious matter in an attempt to appear humorous or clever
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flippant
συγκριτικός βαθμός
more flippant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She avoided serious questions with flippant answers that did n’t address the concerns.
Απέφυγε σοβαρά ερωτήματα με επιπόλαιες απαντήσεις που δεν αντιμετώπιζαν τις ανησυχίες.
Λεξικό Δέντρο
flippantly
flippant
flip



























