Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fling off
[phrase form: fling]
01
ξεπετάγω βίαια, πετώ με δύναμη
to forcefully or quickly remove something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
fling
ενεστώτας
fling off
γ΄ ενικό πρόσωπο
flings off
ενεστώτα μετοχή
flinging off
απλός αόριστος
flung off
παθητική μετοχή
flung off
Παραδείγματα
She flung off the bedcovers when she woke up feeling too warm.
Πέταξε τα πάπλωμα όταν ξύπνησε νιώθοντας πολύ ζεστή.
02
πετώ, εκφράζω γρήγορα
to express or communicate something, often without much thought or consideration
Παραδείγματα
She liked to fling off compliments to brighten someone's day.
Της άρεσε να πετάει κομπλιμέντα για να φωτίσει τη μέρα κάποιου.



























