Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fling off
01
ξεπετάγω βίαια, πετώ με δύναμη
to forcefully or quickly remove something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
fling
ενεστώτας
fling off
γ΄ ενικό πρόσωπο
flings off
ενεστώτα μετοχή
flinging off
απλός αόριστος
flung off
παθητική μετοχή
flung off
Παραδείγματα
She flung off her coat and scarf as she entered the warm house.
Έριξε το παλτό και το κασκόλ της καθώς μπήκε στο ζεστό σπίτι.
02
πετώ, εκφράζω γρήγορα
to express or communicate something, often without much thought or consideration
Παραδείγματα
He would often fling off humorous comments during the meeting to lighten the mood.
Συχνά έριχνε χιουμοριστικά σχόλια κατά τη διάρκεια της συνάντησης για να χαλαρώσει την ατμόσφαιρα.



























