to fling
Pronunciation
/ˈfɫɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "fling"στα αγγλικά

to fling
01

πετώ, ρίχνω

to throw something forcefully and suddenly, often in a less controlled way
Transitive: to fling sth somewhere
to fling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
fling
γ΄ ενικό πρόσωπο
flings
ενεστώτα μετοχή
flinging
απλός αόριστος
flung
παθητική μετοχή
flung
Παραδείγματα
In a burst of joy, she flings her arms around her friend in a warm hug.
Σε μια έκρηξη χαράς, πετά τα χέρια της γύρω από τη φίλη της σε μια ζεστή αγκαλιά.
02

πετώ, εκσφενδονίζω

to move rapidly and impulsively
Intransitive: to fling somewhere | to fling to a direction
Παραδείγματα
The cat flung through the open window, chasing after a passing bird.
Η γάτα έριξε από το ανοιχτό παράθυρο, κυνηγώντας ένα περνώντα πουλί.
03

εφορμώ, ρίχνομαι

to embark on or undertake an activity, venture, or pursuit with energy and determination
Transitive: to fling oneself into an activity or venture
Παραδείγματα
Ignoring the doubts of others, she flung herself into pursuing her dream of traveling the world.
Αγνοώντας τις αμφιβολίες των άλλων, έριξε τον εαυτό της στην επιδίωξη του ονείρου της να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο.
01

καπρίτσιο, περιπέτεια στιγμής

a brief indulgence of your impulses
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flings
02

μια συνήθως σύντομη προσπάθεια

a usually brief attempt
03

ρίψη, εκτόξευση

the act of flinging
04

μια σύντομη σχέση, ένα παροδικό ειδύλλιο

a brief, casual, or uncommitted romantic or sexual relationship, often without long-term intentions or emotional attachment
Παραδείγματα
He was heartbroken after his brief fling with someone he met at the party.
Είχε σπάσει η καρδιά του μετά από τη σύντομη σχέση του με κάποιον που γνώρισε στο πάρτι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store