Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fleet
Fleet
01
στολίσκος, αεροπορικός στόλος
a group of aircraft belonging to and operated by the same company or organization
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fleets
Παραδείγματα
A modern fleet ensures greater fuel efficiency.
Ένας σύγχρονος στόλος εξασφαλίζει μεγαλύτερη απόδοση καυσίμου.
Παραδείγματα
The fleet maneuvered into formation before the battle.
Ο στόλος ελιγμούσε σε σχηματισμό πριν από τη μάχη.
03
στολίσκος, μοίρα
a group of steamships owned and operated by the same company
Παραδείγματα
The fleet underwent repairs during the winter season.
Ο στόλος υπέστη επισκευές κατά τη διάρκεια της χειμερινής περιόδου.
04
στόλος, στολίσκος
a group of vehicles, such as cars, trucks, or buses, owned or operated by a single organization
Παραδείγματα
A maintenance log is kept for every vehicle in the fleet.
Κρατείται ένα ημερολόγιο συντήρησης για κάθε όχημα του στόλου.
to fleet
01
ξεθωριάζω, σβήνω σταδιακά
to fade away gradually
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fleet
γ΄ ενικό πρόσωπο
fleeets
ενεστώτα μετοχή
fleeeting
απλός αόριστος
fleeeted
παθητική μετοχή
fleeeted
Παραδείγματα
Over time, the once bustling town may fleet into obscurity as modernization and urbanization transform the landscape.
Με το πέρασμα του χρόνου, η κάποτε ζωντανή πόλη μπορεί να ξεθωριάσει στην αφάνεια καθώς ο εκσυγχρονισμός και ο αστικός μετασχηματισμός αλλάζουν το τοπίο.
02
κινείται γρήγορα, περνά γρήγορα
to move swiftly or quickly, often with a sense of transience or impermanence
Παραδείγματα
By the time she arrived, the opportunity had fleeted, leaving her with regret.
Μέχρι να φτάσει, η ευκαιρία είχε ξεφύγει, αφήνοντάς την με λύπη.



























