Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fleece
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fleeces
Παραδείγματα
He learned how to clean and process the fleece for knitting.
Έμαθε να καθαρίζει και να επεξεργάζεται το μαλλί για πλέξιμο.
02
φλις, συνθετικό ύφασμα μάλλινου
a soft and warm fabric similar to sheep's wool in texture
2.1
φούτερ από fleece, σακάκι από fleece
a pullover, jacket, etc. that is made from fleece material
03
μαλλί, προβιά
the wool of a sheep or similar animal
04
δερματισμένο δέρμα προβάτου με το μαλλί, μαλλί
tanned skin of a sheep with the fleece left on; used for clothing
to fleece
01
κουρεύω, ξυρίζω
shear the wool from
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fleece
γ΄ ενικό πρόσωπο
fleeces
ενεστώτα μετοχή
fleecing
απλός αόριστος
fleeced
παθητική μετοχή
fleeced
02
εξαπατώ, κλέβω
to rob someone of their money by either overcharging or tricking them
Παραδείγματα
She discovered too late that the contractor was fleecing her for unnecessary repairs.
Ανακάλυψε πολύ αργά ότι ο εργολάβος την έκλεβε για αχρείαστες επισκευές.



























