fleece
fleece
fli:s
flis
greaseapiececerisecrease

Ορισμός και σημασία του "fleece"στα αγγλικά

01

μαλλί, γούνα

the coat of wool that covers the body of an animal such as a sheep, goat, etc. 
fleece definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fleeces
Παραδείγματα
She admired the thick fleece of the sheep in the pasture. 

Εκτιμούσε το παχύ μαλλί των προβάτων στην βοσκότοπο.

02

φλις, συνθετικό ύφασμα μάλλινου

a soft and warm fabric similar to sheep's wool in texture 
fleece definition and meaning
2.1

φούτερ από fleece, σακάκι από fleece

a pullover, jacket, etc. that is made from fleece material 
fleece definition and meaning
03

μαλλί, προβιά

the wool of a sheep or similar animal 
04

δερματισμένο δέρμα προβάτου με το μαλλί, μαλλί

tanned skin of a sheep with the fleece left on; used for clothing 
to fleece
01

κουρεύω, ξυρίζω

shear the wool from 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fleece
γ΄ ενικό πρόσωπο
fleeces
ενεστώτα μετοχή
fleecing
απλός αόριστος
fleeced
παθητική μετοχή
fleeced
02

εξαπατώ, κλέβω

to rob someone of their money by either overcharging or tricking them 
Παραδείγματα
The dishonest vendor fleeced tourists by charging double for souvenirs. 

Ο ανέντιμος πωλητής έκλεψε τους τουρίστες χρεώνοντας το διπλάσιο για τα αναμνηστικά.

Λεξικό Δέντρο

fleeceable
fleecy
fleece
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store