Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fleck
01
στικτώνω, διανθίζω
to mark with small, tiny spots
Transitive: to fleck a surface | to fleck a surface with a mark
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fleck
γ΄ ενικό πρόσωπο
flecks
ενεστώτα μετοχή
flecking
απλός αόριστος
flecked
παθητική μετοχή
flecked
Παραδείγματα
The artist used a fine brush to fleck the mural with delicate details.
Ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε μια λεπτή πινέλα για να κυκλώσει το τοιχογραφία με λεπτές λεπτομέρειες.
Fleck
01
κηλίδα, μικρό σημάδι
a small contrasting part of something
02
θραύσμα, κομμάτι
a small fragment of something broken off from the whole
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
flecks
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
flecked
fleck



























