Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fleck
01
στικτώνω, διανθίζω
to mark with small, tiny spots
Transitive: to fleck a surface | to fleck a surface with a mark
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fleck
γ΄ ενικό πρόσωπο
flecks
ενεστώτα μετοχή
flecking
απλός αόριστος
flecked
παθητική μετοχή
flecked
Παραδείγματα
The chef decided to fleck the dish with a sprinkle of fresh herbs for added flavor.
Ο σεφ αποφάσισε να στρωσει το πιάτο με μια πρέζα φρέσκα βότανα για επιπλέον γεύση.
Fleck
01
κηλίδα, μικρό σημάδι
a small contrasting part of something
02
θραύσμα, κομμάτι
a small fragment of something broken off from the whole
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flecks
Λεξικό Δέντρο
flecked
fleck



























