Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flawless
01
άψογος, τέλειος
perfect, without any mistakes, faults, or imperfections
Παραδείγματα
The flawless organization of the event made it run smoothly from start to finish.
Η άψογη οργάνωση της εκδήλωσης έκανε να προχωρήσει ομαλά από την αρχή μέχρι το τέλος.
Λεξικό Δέντρο
flawlessly
flawlessness
flawless
flaw



























