Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flawless
01
άψογος, τέλειος
perfect, without any mistakes, faults, or imperfections
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flawless
συγκριτικός βαθμός
more flawless
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
quality, perfection, evaluation
Παραδείγματα
Her flawless performance received a standing ovation from the audience.
Η άψογη ερμηνεία της έλαβε ορθή επευφημία από το κοινό.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
flawlessly
flawlessness
flawless
flaw



























