flavoring
flavoring
'fleɪvərɪng
φλειβαρινγκ
flooring
flavouring

Ορισμός και σημασία του "flavoring"στα αγγλικά

01

αρωματική ουσία, γεύση

a substance or combination of substances used to enhance or impart a specific taste to food or beverages 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
flavorings
Παραδείγματα
The cinnamon flavoring added a warm and aromatic touch to the baked apples. 

Το αρωματικό κανέλας πρόσθεσε μια ζεστή και αρωματική πινελιά στα ψημένα μήλα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

flavoring
flavor
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store