Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flatten out
01
σταθεροποιούμαι, ισοπεδώνομαι
to reach a point where growth or upward movement ceases, resulting in a stable or consistent level
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
flatten
ενεστώτας
flatten out
γ΄ ενικό πρόσωπο
flattens out
ενεστώτα μετοχή
flattening out
απλός αόριστος
flattened out
παθητική μετοχή
flattened out
Παραδείγματα
After several years of rapid expansion, the company's profits began to flatten out.
Μετά από αρκετά χρόνια ταχείας επέκτασης, τα κέρδη της εταιρείας άρχισαν να σταθεροποιούνται.
02
ισιώνω, γίνομαι επίπεδο
to gradually become flat, smooth, or level
Παραδείγματα
After hours of ironing, the once wrinkled shirt started to flatten out nicely.
Μετά από ώρες σιδέρωμα, το κάποτε τσαλακωμένο πουκάμισο άρχισε να ισιώνει ωραία.
03
ισιώνω, σιδερώνω
to remove wrinkles or bumps and make something completely flat or level
Παραδείγματα
She used an iron to flatten out the wrinkles in her dress.
Χρησιμοποίησε ένα σίδερο για να ισιώσει τις ρυτίδες στο φόρεμά της.



























