flair
flair
fleə
fle
awareblareflareblair

Ορισμός και σημασία του "flair"στα αγγλικά

01

τάλαντο, ικανότητα

a person's innate talent or aptitude for a particular activity or skill 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
flairs
Παραδείγματα
She displayed a flair for languages, effortlessly picking up new vocabulary and grammar structures. 

Επέδειξε τάλαντο για τις γλώσσες, αποκτώντας χωρίς κόπο νέο λεξιλόγιο και γραμματικές δομές.

02

διακριτική κομψότητα, χαρακτηριστικό στυλ

distinctive and stylish elegance 
03

διαστολή, επέκταση

a shape that spreads outward 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store