flabbergasted
fla
ˈflæ
φλαι
bber
μπα
gas
ˌgɑ:s
γκασ
ted
tɪd
τιντ

Ορισμός και σημασία του "flabbergasted"στα αγγλικά

flabbergasted
01

κατάπληκτος, μαγεμένος

extremely surprised or astonished to the point of being speechless or confused 
flabbergasted definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flabbergasted
συγκριτικός βαθμός
more flabbergasted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, reaction, surprise
Παραδείγματα
She was flabbergasted to learn she had won the grand prize. 

Ήταν κατάπληκτη όταν έμαθε ότι είχε κερδίσει το μεγάλο βραβείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

flabbergasted
flabbergast
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store