fizzing
fi
ˈfɪ
fi
zzing
zɪng
zing

Ορισμός και σημασία του "fizzing"στα αγγλικά

01

αφρώδης, συσσείων

producing bubbles or a hissing sound 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fizzing
συγκριτικός βαθμός
more fizzing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fizzing soda overflowed as she opened the can. 

Η αφρώδης σόδα ξεχείλισε καθώς άνοιξε το κουτί.

Λεξικό Δέντρο

fizzing
fizz
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store