firetrap
fire
ˈfaɪər
φαιαρ
trap
træp
τραιπ
British pronunciation
/fˈa‍ɪ‍ətɹæp/

Ορισμός και σημασία του "firetrap"στα αγγλικά

01

παγίδα πυρός, κτίριο χωρίς μέτρα πυρασφάλειας και επικίνδυνο σε περίπτωση πυρκαγιάς

a building that lacks fire safety measures and is dangerous if there is a fire
example
Παραδείγματα
The abandoned warehouse had become a firetrap, with piles of old materials blocking all escape routes.
Η εγκαταλελειμμένη αποθήκη είχε γίνει παγίδα πυρός, με σωρούς παλιών υλικών να μπλοκάρουν όλες τις διαδρομές διαφυγής.

Λεξικό Δέντρο

firetrap

fire

+

trap

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store