Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fireproof
01
πυρίμαχοποιώ, κάνω ανθεκτικό στη φωτιά
make resistant to fire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fireproof
γ΄ ενικό πρόσωπο
fireproofs
ενεστώτα μετοχή
fireproofing
απλός αόριστος
fireproofed
παθητική μετοχή
fireproofed
fireproof
01
πυρίμαχο, ανθεκτικό στη φωτιά
resistant to melting under high temperatures, catching fire, or burning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fireproof
συγκριτικός βαθμός
more fireproof
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The building was made with fireproof materials.
Το κτίριο κατασκευάστηκε με πυρίμαχα υλικά.



























