to fireproof
fire
ˈfaɪə
faie
proof
pru:f
proof

Ορισμός και σημασία του "fireproof"στα αγγλικά

to fireproof
01

πυρίμαχοποιώ, κάνω ανθεκτικό στη φωτιά

make resistant to fire 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fireproof
γ΄ ενικό πρόσωπο
fireproofs
ενεστώτα μετοχή
fireproofing
απλός αόριστος
fireproofed
παθητική μετοχή
fireproofed
01

πυρίμαχο, ανθεκτικό στη φωτιά

resistant to melting under high temperatures, catching fire, or burning 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fireproof
συγκριτικός βαθμός
more fireproof
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The building was made with fireproof materials. 

Το κτίριο κατασκευάστηκε με πυρίμαχα υλικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store