Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fired
01
απολυμένος, απολυθείς
forced to leave one's job
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fired
συγκριτικός βαθμός
more fired
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He did n’t expect to be fired after the meeting, but the decision was final and immediate.
Δεν περίμενε να απολυθεί μετά τη συνάντηση, αλλά η απόφαση ήταν οριστική και άμεση.



























