Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Firebrick
01
πυρίμαχο τούβλο, τούβλο φωτιάς
brick made of fire clay; used for lining e.g. furnaces and chimneys
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
firebricks



























