Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anamnesis
01
αναμνηστική, ιστορικό ασθενούς
the case history of a medical patient as recalled by the patient
02
ανάμνηση, μνήμη
the ability to recall past occurrences
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
anamneses
LanGeek



























