financier
fi
ˌfaɪ
φαι
nan
næn
ναιν
cier
ˈsɪr
σιρ
/fa‍ɪnˈænsɪɐ/

Ορισμός και σημασία του "financier"στα αγγλικά

01

χρηματοδότης

a person whose job is handling and lending large amounts of money to other companies or the government
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
financiers
Παραδείγματα
Sarah aspires to become a financier and is pursuing a degree in finance and economics.
Η Σάρα φιλοδοξεί να γίνει χρηματοδότης και σπουδάζει οικονομικά και οικονομία.
to financier
01

χρηματοδοτώ, διεξάγω χρηματοοικονομικές εργασίες

conduct financial operations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
financier
γ΄ ενικό πρόσωπο
financiers
ενεστώτα μετοχή
financiering
απλός αόριστος
financiered
παθητική μετοχή
financiered
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store