financier
fi
fi
nan
ˈnæn
nān
cier
sɪə
sie
bandoleerperseverepistoleerbrigadier

Ορισμός και σημασία του "financier"στα αγγλικά

01

χρηματοδότης

a person whose job is handling and lending large amounts of money to other companies or the government 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
financiers
Παραδείγματα
The company hired an experienced financier to oversee its financial operations and strategic planning. 

Η εταιρεία προσέλαβε έναν έμπειρο χρηματοδότη για να επιβλέπει τις οικονομικές της εργασίες και τον στρατηγικό σχεδιασμό.

to financier
01

χρηματοδοτώ, διεξάγω χρηματοοικονομικές εργασίες

conduct financial operations 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
financier
γ΄ ενικό πρόσωπο
financiers
ενεστώτα μετοχή
financiering
απλός αόριστος
financiered
παθητική μετοχή
financiered
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store