to finalize
fi
ˈfaɪ
φαι
na
να
lize
laɪz
λαιζ
finalise

Ορισμός και σημασία του "finalize"στα αγγλικά

to finalize
01

ολοκληρώνω, οριστικοποιώ

to complete or bring to a conclusion, typically by settling details or making decisions 
Transitive: to finalize sth
to finalize definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
finalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
finalizes
ενεστώτα μετοχή
finalizing
απλός αόριστος
finalized
παθητική μετοχή
finalized
Παραδείγματα
They will finalize the contract by the end of the week. 

Θα ολοκληρώσουν το συμβόλαιο μέχρι το τέλος της εβδομάδας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

finalize
final
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store