Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Finale
01
φινάλε
the closing section of a musical composition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
finales
Παραδείγματα
The finale of the opera left the audience applauding wildly.
Το φινάλε της όπερας άφησε το κοινό να χειροκροτεί μανιωδώς.
03
φινάλε, τέλος
the temporal end; the concluding time



























