figurehead
fi
ˈfɪ
fi
gure
head
hɛd
hed

Ορισμός και σημασία του "figurehead"στα αγγλικά

01

πρόσωπο της πλώρης, αγαλματίδιο πλώρης

figure on the bow of some sailing vessels 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
figureheads
02

μαριονέτα, εικονικός ηγέτης

someone who seemingly has the position of a leader but not the power and authority that comes with it 
Παραδείγματα
The company’s CEO was merely a figurehead, with the real decisions being made by the board of directors. 

Ο CEO της εταιρείας ήταν απλώς ένα προσωπείο, με τις πραγματικές αποφάσεις να λαμβάνονται από το διοικητικό συμβούλιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store