analgesic
a
ˌæ
αι
nal
nəl
ναλ
ge
ˈʤi
τζι
sic
sɪk
σικ
/ˌænɐld‍ʒˈiːzɪk/

Ορισμός και σημασία του "analgesic"στα αγγλικά

01

αναλγητικό

a pain-relieving medication
analgesic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
analgesics
Παραδείγματα
Individuals with chronic headaches often rely on analgesics to alleviate pain and improve daily functioning.
Τα άτομα με χρόνιους πονοκεφάλους συχνά βασίζονται σε αναλγητικά για να ανακουφίσουν τον πόνο και να βελτιώσουν την καθημερινή λειτουργία.
01

αναλγητικός

able to reduce pain
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ointment was both soothing and analgesic.
Η αλοιφή ήταν ταυτόχρονα καταπραϋντική και αναλγητική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store