Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
figuratively
01
μεταφορικά, με τρόπο μεταφορικό
in a way that is more imaginative, symbolic and not its literal meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
When he said his heart was broken, he meant it figuratively, not that he had a medical issue.
Όταν είπε ότι η καρδιά του ήταν σπασμένη, το εννοούσε μεταφορικά, όχι ότι είχε κάποιο ιατρικό πρόβλημα.
02
εικονιστικά
(in art) in a style that depicts real-world objects, people, or scenes, as opposed to abstract forms
Παραδείγματα
The artist paints figuratively, often drawing from childhood memories.
Ο καλλιτέχνης ζωγραφίζει εικονιστικά, συχνά αντλώντας έμπνευση από παιδικές αναμνήσεις.
Λεξικό Δέντρο
figuratively
figurative
figure



























