figurative
fig
ˈfɪg
fig
u
ra
tive
tɪv
tiv

Ορισμός και σημασία του "figurative"στα αγγλικά

figurative
01

μεταφορικός, εικονιστικός

using language in a way that words don't have their actual meaning, but an imaginative meaning instead 
figurative definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most figurative
συγκριτικός βαθμός
more figurative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The poet’s use of figurative language painted vivid images in the reader’s mind. 

Η χρήση της μεταφορικής γλώσσας από τον ποιητή ζωγράφισε ζωντανές εικόνες στο μυαλό του αναγνώστη.

02

εικονιστικός, αντιπροσωπευτικός

representing people, animals and objects and forms as they appear in the real world 
Παραδείγματα
The gallery displayed figurative art that captured everyday scenes. 

Η γκαλερί παρουσίασε πλαστική τέχνη που απεικόνιζε καθημερινές σκηνές.

Λεξικό Δέντρο

figuratively
nonfigurative
prefigurative
figurative
figure
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store