Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fighting
01
μάχη, πάλη
the act of engaging in physical combat or conflict, or any contest or struggle between individuals, groups, or forces
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The intense fighting between the two rival factions lasted for several days.
Οι έντονες μάχες μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων φατριών διήρκεσαν αρκετές ημέρες.
fighting
01
πολεμιστής, σε μάχη
actively engaged in or prepared for military or naval combat operations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fighting troops were deployed to the front lines to engage the enemy.
Οι μαχόμενες δυνάμεις αναπτύχθηκαν στις πρώτες γραμμές για να εμπλακούν με τον εχθρό.
02
βυθισμένος, διαποτισμένος
place (candle wicks) into hot, liquid wax
Λεξικό Δέντρο
infighting
fighting
fight



























