Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fight off
01
απωθώ, αντιστέκομαι
to resist or overcome a temptation, impulse, attack, etc.
Transitive: to fight off an urge
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
fight
ενεστώτας
fight off
γ΄ ενικό πρόσωπο
fights off
ενεστώτα μετοχή
fighting off
απλός αόριστος
fought off
παθητική μετοχή
fought off
Παραδείγματα
Despite the tempting offer, she managed to fight off the urge to indulge in unhealthy snacks.
Παρά την δελεαστική προσφορά, κατάφερε να αντισταθεί στην επιθυμία να απολαύσει ανθυγιεινά σνακ.
02
απωθώ, πολεμώ
to resist or defend against an attack or threat, whether physical or metaphorical
Transitive: to fight off an attack or threat
Παραδείγματα
The immune system works to fight off infections and keep the body healthy.
Το ανοσοποιητικό σύστημα λειτουργεί για να αμύνεται τις λοιμώξεις και να διατηρεί το σώμα υγιές.



























