Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fight off
[phrase form: fight]
01
απωθώ, αντιστέκομαι
to resist or overcome a temptation, impulse, attack, etc.
Transitive: to fight off an urge
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
fight
ενεστώτας
fight off
γ΄ ενικό πρόσωπο
fights off
ενεστώτα μετοχή
fighting off
απλός αόριστος
fought off
παθητική μετοχή
fought off
Παραδείγματα
Students need to learn how to fight off distractions while studying for exams.
Οι μαθητές πρέπει να μάθουν πώς να αντιμετωπίζουν τις περισπασμούς ενώ μελετούν για τις εξετάσεις.
02
απωθώ, πολεμώ
to resist or defend against an attack or threat, whether physical or metaphorical
Transitive: to fight off an attack or threat
Παραδείγματα
The hiker had to fight off exhaustion to reach the summit of the mountain.
Ο πεζοπόρος έπρεπε να αντιμετωπίσει την εξάντληση για να φτάσει στην κορυφή του βουνού.



























